μορφάν

μορφά̱ν , μορφή
form
fem acc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μόρφαν — μόρφᾱν , μορφάω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) μόρφᾱν , μορφάω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφυτεύω — ΝΜΑ φυτεύω προηγουμένως, πριν από κάτι άλλο αρχ. προκατασκευάζω («δεινὰν δεινῶς προφυτεύσαντες μορφάν», Σοφ.) …   Dictionary of Greek

  • φαιδρύνω — ΝΑ [φαιδρός] καθιστώ κάποιον ή κάτι φαιδρό, χαροποιώ, ευφραίνω («οὔ με φαιδρύνει λόγος», Αισχύλ.) νεοελλ. προκαλώ φαιδρότητα, θυμηδία αρχ. 1. καθαρίζω κάτι και τό κάνω να λάμπει («θεαὶ μορφὰν ἐφαίδρυναν», Ευρ.) 2. παθ. φαιδρύνομαι γίνομαι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.